αμεταβίβαστος

αμεταβίβαστος
η , ο [ος , ον ]
1) непёреданный; недоставленный; 2) не могущий быть переданным;

αμεταβίβαστοςο δικαίωμα — личное право;

3) непроданный; не продающийся; не подлежащий продаже

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αμεταβίβαστος" в других словарях:

  • αμεταβίβαστος — η, ο [μεταβιβάζω] 1. αυτός που δεν μεταβιβάστηκε ή δεν είναι δυνατό να μεταβιβαστεί 2. αυτός που δεν εκχωρήθηκε ή δεν είναι δυνατό να εκχωρηθεί …   Dictionary of Greek

  • αμεταβίβαστος — η, ο επίρρ. α αυτός που δε μεταβιβάστηκε ή δεν μπορεί να μεταβιβαστεί: Το τηλεγράφημα είναι ακόμη αμεταβίβαστο. – Το δικαίωμα αυτό είναι αμεταβίβαστο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»